Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Οι δίκες των Μπολσεβίκων

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Σολομών Ισάγιεβιτς Τσερνομόρντικ (1880-1943) «Οι δίκες των Μπολσεβίκων»

Στα κρατητήρια… 

  Η μακροχρόνια εμπειρία τους στο τσαρικό καθεστώς οδήγησε τους Μπολσεβίκους στο συμπέρασμα ότι η καλύτερη πολιτική ήταν η άρνηση να απαντούν σε οποιαδήποτε ερώτηση…


  Την επιλογή της ανακριτικής μεθόδου καθόριζε η κοινωνική θέση και η προσωπικότητα του κρατούμενου. Αν επρόκειτο για εργάτη, η ανάκριση ακολουθούσε πρωτόγονες μεθόδους. Εναρμονισμένοι πλήρως με τις βάρβαρες συνήθειες της τσαρικής Ρωσίας και με το γεγονός ότι η αστική τάξη αντιμετώπιζε τους εργάτες ως κατώτερα όντα, οι αξιωματούχοι της Οχράνα προσπαθούσαν ευθύς εξαρχής να τρομοκρατήσουν τους κρατούμενους. «Αν δεν ομολογήσεις, κάθαρμα, θα σε στείλω να σαπίσεις στη φυλακή, δε θα βγεις από ’δω ζωντανός», ήταν η κλασική απειλή της Οχράνα…

  Αν ο συλληφθείς εργάτης ήταν πεπειραμένος επαναστάτης, η αντιμετώπισή του από τον αξιωματούχο της Οχράνα ήταν «ηπιότερη». Σε αυτή την περίπτωση, τον μεταχειριζόταν ως επαγγελματία επαναστάτη, καθώς γνώριζε ότι τα χοντροκομμένα κόλπα δεν έπιαναν… Η αντιμετώπιση η οποία άρμοζε σε επαγγελματίες επαναστάτες ήταν πιο «λεπτή»…

  Η «συζήτηση» ξεκινάει, το ύφος είναι άκρως ευγενικό, το πρόσωπο του αξιωματούχου της Οχράνα φανερώνει μεγάλο ενδιαφέρον για την τύχη του κρατούμενου. Του προσφέρουν ακριβά τσιγάρα (ο κρατούμενος έχει πολύ καιρό να καπνίσει), του φέρνουν τσάι και μπισκότα, και μερικές φορές ένα καλό γεύμα από το πλησιέστερο εστιατόριο.
«Είσαι ακόμα νέος, έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου ένα λάθος βήμα μπορεί να σου καταστρέψει όλη την καριέρα σου. Μου είναι πολύ δύσκολο να σε βοηθήσω, παρόλη τη μεγάλη εκτίμηση που σου έχω, γιατί υπάρχουν πάρα πολλές αποδείξεις εναντίον σου. Η τύχη που σε περιμένει είναι πολύ σκληρή. Μόνο η ειλικρινής ομολογία μπορεί να σε σώσει. Αν ομολογήσεις, τότε ίσως μπορέσουμε να σε απαλλάξουμε πλήρως…» 

  Αυτή είναι η εισαγωγή. Αν αποδειχτεί άκαρπη, τότε ο αξιωματούχος ξεκινάει «φιλική» συζήτηση με τον κρατούμενο επί όλων των θεμάτων, ελπίζοντας να τον πιάσει απροετοίμαστο. Αν σταθεί τυχερός, καταφέρνει να μάθει τις πολιτικές απόψεις του κρατούμενου και συνεπώς προσδιορίζει σε πιο πολιτικό κόμμα ανήκει. Σε τέτοιου τύπου ανακρίσεις, επιστρατεύονταν οι πιο ειδικευμένοι αξιωματούχοι της Οχράνα, εκείνοι που διέθεταν αρκετά καλή γνώση των πολιτικών θεμάτων. Οπωσδήποτε, η γνώση τους ήταν πολύ επιφανειακή, πλην όμως αρκετά επαρκής για την «αυστηρά περιορισμένη ειδικότητά» τους. Από τη στιγμή που κατάφερναν να πέφτει συχνά στα χέρια τους παράνομα δημοσιευμένο υλικό, μερικές φορές, αποδεικνύονταν καλύτερα διαβασμένοι από τους επαναστάτες που ανέκριναν. Στον εν λόγω τομέα, ο Ζουμπάτοφ, αρχηγός της Οχράνα στη Μόσχα, ξεχώρισε δημιουργώντας ολόκληρη σχολή «μορφωμένων πρακτόρων της Οχράνα»…

  Μετά τη «χαλαρή ατμόσφαιρα» των συζητήσεων, ο αξιωματούχος της Οχράνα περνάει στην «ουσία». Η ανάκριση αρχίζει. Αν ο κρατούμενος είχε επιτρέψει στον εαυτό του να εμπλακεί σε «συζήτηση» με τον αξιωματούχο της Οχράνα πριν την ανάκριση, τότε η μισή δουλειά έχει ήδη γίνει. Ο κρατούμενος, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, συνεχίζει τη συζήτηση. Ο αξιωματούχος προσπαθεί να εντυπωσιάσει τον ανακρινόμενο με την ακρίβεια των πληροφοριών που έχει στην κατοχή του. «Στις τάδε του μηνός, ώρα τάδε και τάδε, βρέθηκες στο τάδε μέρος· κουβαλούσες το τάδε δέμα, τυλιγμένο με εφημερίδα. Εμεινες εκεί για τόση ώρα και έπειτα έφυγες την τάδε ώρα παρέα με τον τάδε, και πήγατε εκεί κι εκεί.» Ο κρατούμενος μένει κατάπληκτος….

  Συντετριμμένος από αυτό το στοιχείο, ο κρατούμενος, ήδη παγιδευμένος στα δίχτυα της Οχράνα, αναγκάζεται να καταθέσει. Είτε ομολογεί πλήρως, χωρίς να λυπάται ούτε τον εαυτό του ούτε τους φίλους του -και έτσι μετατρέπεται άθελάτου σε προδότη, είτε προσπαθεί να εφεύρει στοιχεία προκειμένου να διαψεύσει τις αποδείξεις του ανακριτή, μπλέκοντας με αυτόν τον τρόπο σε αντιφάσεις, οι οποίες καταλήγουν να ισχυροποιούν την αυθεντικότητα των στοιχείων που διαθέτει η Οχράνα. Και στις δυο περιπτώσεις, ο αξιωματούχος καταφέρνει να αποκτήσει νέο υλικό το οποίο αφενός αποκαλύπτει την οργάνωση, αφετέρου του χρησιμεύει στο δικαστήριο.

ΚΝΟΥΝΓΙΑΝΤΖ

  Η αξιοσημείωτα απλή και εμβριθής απολογία του μπολσεβίκου Μπόγκνταν Κνούνγιαντζ εκφράζει το πνεύμα της επερχόμενης επανάστασης.

  Η δίκη του πραγματοποιήθηκε στις 30 Μαρτίου (σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο) 1905, μετά τα γεγονότα της «Ματωμένης Κυριακής» στις 9 Ιανουαρίου.

  Κατά τη σύλληψη του Κνούνγιαντζ, βρέθηκε το χειρόγραφο του μανιφέστου με την υπογραφή «Επιτροπή Μόσχας, Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα». Αυτό αποτέλεσε το μοναδικό «νομικό» αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του. Αν ο Κνούνγιαντζ είχε θελήσει να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε νομική βάση, δε θα του ήταν δύσκολο να αντικρούσει την κατηγορία ότι ήταν μέλος της Επιτροπής στη Μόσχα και να αθωώσει τον εαυτό του, ιδιαίτερα εν όψει της αναταραχής η οποία βασίλευε στις τάξεις των αξιωματούχων της τσαρικής κυβέρνησης μετά την 9η Ιανουαρίου. Ωστόσο δεν επιδίωξε κάτι τέτοιο. Ως επαναστάτης, ως μπολσεβίκος, αποφάσισε να αξιοποιήσει τη δίκη προς όφελος του αγώνα που έδινε το Κόμμα του.

  Όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου διάβασε τη διαταγή του Υπουργού Δικαιοσύνης να διεξαχθεί η δίκη κεκλεισμένων των θυρών, ο Κνούνγιαντζ ρώτησε το δικαστήριο εάν το ίδιο μπορούσε να ανακαλέσει την εν λόγω διαταγή. Η απάντηση ήταν αρνητική, και ο Μπόγκνταν Κνούνγιαντζ τη σχολίασε με την ακόλουθη δήλωση:

  «Εν όψει του γεγονότος ότι η δίκη θα διεξαχθεί κεκλει-σμένων των θυρών, κάτι που καθιστά αδύνατον για την κοινή γνώμη να παρακολουθήσει τη δικαστική διαμάχη μεταξύ επαναστατών και κυβέρνησης, νομίζω είναι ανώφελο για μένα να λάβω μέρος στη δικαστική έρευνα και σας προειδοποιώ ότι δε θα απαντήσω σε καμία ερώτηση. Με αυτό επιφυλάσσομαι των δικαιωμάτων μου να απολογηθώ, καθώς θεωρώ ότι είναι επαναστατικό καθήκον μου να αξιοποιήσω κάθε ευκαιρία για την προπαγάνδα των ιδεών μου

  Η πορεία του επαναστατικού κινήματος δεν άφηνε ανεπηρέαστους ακόμα και τους δημόσιους κατήγορους της τσαρικής κυβέρνησης. Στη δίκη του Κνούνγιαντζ, ο δημόσιος κατήγορος προχώρησε σε μια σχεδόν πολιτικά μελετημένη ομιλία. Περιέγραψε την πολιτική θέση του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, αναφέρθηκε στο διεθνιστικό χαρακτήρα του, στην ταυτότητα και στις ιδέες του, στο πρόγραμμα και στη θεωρία του, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα των δυτικοευρωπαϊκών σοσιαλιστικών Κομμάτων, καθώς και στο στόχο του, το σοσιαλισμό, τον οποίον θα επιτύγχανε μόνο μέσω της κοινωνικής επανάστασης. Ωστόσο, είπε, η ρωσική σοσιαλδημοκρατία, εν αντιθέσει με τη δυτικοευρωπαϊκή η οποία ενεργεί και εκφράζει τις ιδέες της ειρηνικά, υποκινεί τους εργάτες σε ταραχές και μαζική βία. Πρόκειται, δήλωσε, για ένα δεύτερο πουγκατσεφικό κίνημα1.

  Αναλύοντας τα χαρακτηριστικά της σοσιαλδημοκρατίας, στα οποία αναφέρθηκε ο δημόσιος κατήγορος, ο Κνούνγια-ντζ είπε στην απολογία του:

  «Είχε δίκιο (ο κατήγορος), φυσικά, να τονίζει το διεθνιστικό χαρακτήρα του προγράμματος και της συνολικής θεωρητικής αντίληψής μας, η οποία βασίζεται στους δημιουργούς του διεθνιστικού σοσιαλισμού, Μαρξ και Ενγκελς. Σωστά υπέδειξε το θεμελιώδη στόχο μας -ο σοσιαλισμός και η πορεία προς αυτόν- την κοινωνική επανάσταση, προς την οποία είμαστε βαθύτατα πεπεισμένοι ότι οδηγείται η συνολική εξέλιξη της οικονομικής ζωής της χώρας. Είμαστε βέβαιοι ότι οι προλετάριοι θα πετύχουν το στόχο τους, το σοσιαλισμό, όχι μέσω κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, ούτε μέσω ανακουφιστικών μέτρων στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά με ανυποχώρητο αγώνα στοχεύοντας στην ίδια τη βάση του συστήματος, την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής· μόνο όταν αυτά έρθουν στα χέρια όλου του λαού θα μπει τέλος στην εκμετάλλευση ενός τμήματός του από ένα άλλο. Απαραίτητος όρος για να γίνει κάτι τέτοιο είναι η δικτατορία του προλεταριάτου, δηλαδή η κα-τάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο.»

  Την εποχή που δικαζόταν ο Κνούνγιαντζ, η πολιτική ζωη της Ρωσίας βρισκόταν σε αναβρασμό. Οι ήττες που υπέστη ο τσαρισμός στο ρωσοΐαπωνικό πόλεμο, η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος μετά τα γεγονότα της 9ης Ιανουαρίου, η ανάπτυξη του αγροτικού κινήματος, η αναβίωση του φιλελεύθερου αστικού κινήματος· όλα αυτά αποδιοργάνωσαν την απολυταρχική κυβέρνηση, το έδαφος έτρεμε κάτω από τα πόδια της. Η έως τότε εμπιστοσύνη του τσαρισμού στις δικές του δυνάμεις είχε κλονιστεί η επανάσταση είχε απλώσει το χέρι της να τον αρπάξει από το λαιμό, έτοιμη να τον πνίξει.

  Την εικόνα αυτής της εποχής αντανακλούσε ο λόγος του Κνούνγιαντζ:

  «Ο κ. Δημόσιος Κατήγορος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις τελευταίες γραμμές του μανιφέστου, το οποίο τελειώνει με το επιφώνημα, “Κάτω η απολυταρχία!”. Ωστόσο, ποιος δε φωνάζει σήμερα, “Κάτω η απολυταρχία”; Υπάρχει έστω κι ένας τίμιος άνθρωπος στη χώρα μας που να μην αντιλαμβάνεται ότι η ανατροπή της απολυταρχίας θα βγάλει τη χώρα μας από το αδιέξοδο στο οποίο την έχουν οδηγήσει οι άπληστες πολιτικές των γραφειοκρατών ότι μόνο η ανατροπή της απολυταρχίας θα δώσει ώθηση στην ανάπτυξη των πολιτιστικών δυνάμεών της... Μετά την ηρωική διαδήλωση του προλεταριάτου στην Αγία Πετρούπολη, μετά τις απεργίες που έχουν ξεσπάσει σε όλη τη Ρωσία, μετά την κοινή διαμαρτυρία' μετά τις απεργίες των φοιτητών στο πανεπιστήμιο, μετά τις ασίγαστες αγροτικές ταραχές, εν τέλει, μετά το κίνημα το οποίο έχει απλωθεί στα έως τώρα αδρανή στρώματα των μορφωμένων, δεν είναι μυστικό ότι οι μέρες της απολυταρχίας είναι μετρημένες. Μέσα σε ένα μήνα, πάνω-κάτω, το τρομερό κύμα της επανάστασης του λαού θα σαρώσει ολοκληρωτικά αυτό το λείψανο βάρβαρου παρελθόντος. Και πώς το αντιλαμβάνεται όλο αυτό το δικαστήριο; Πραγματικά, το λογικό συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι θα έπρεπε να έχετε στείλει στο εδώλιο όλον το ρωσικό λαό. Ωστόσο, τότε θα προέκυπτε το μεγάλο ερώτημα, ποιος θα ήταν ο κατηγορούμενος και ποιος ο δικαστής.

  ...Το δικαστήριό σας αμφιβάλλει, αν οι ετυμηγορίες του μπορούν να εφαρμοστούν, και αν το έργο του δεν είναι τίποτε άλλο παρά χάσιμο χρόνου. Δείτε ακόμα και τη δική μου περίπτωση. Με την αυστηρή ερμηνεία των άρθρων 126 και 129, βάσει των οποίων με παρέπεμψε σε δίκη ο δημόσιος κατήγορος, θα πρέπει να με καταδικάσετε 8 χρόνια σε κα-ταναγκαστικά έργα, ή σε διά βίου εκτόπισμά. Ωστόσο, δε θεωρείτε παράλογο, κύριοι δικαστές, να συζητάτε τώρα για τέτοιου είδους ετυμηγορίες; Υπάρχει έστω και ένας ανά-μεσά σας που να πιστεύει ότι η απολυταρχία θα ζήσει άλλα οκτώ χρόνια, ή τουλάχιστον ένα ή δυο ακόμα; Δεν ακούγε-ται κυνικά ειρωνική η επιταγή του νόμου για διά βίου εκτόπισμά, σε εποχή που κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το αύριο; Όλη η Ρωσία είναι σε αναβρασμό. Πολύ σύντομα, τίποτα δε θα υπάρχει από την κυβέρνηση και τις ανόητες δικαστικές εντολές και ετυμηγορίες- και εκείνοι που σήμερα δικάζονται θα είναι μεταξύ των πιο δραστήριων ηγετών της νέας Ρωσίας. Πώς, λοιπόν, μπορεί να σκέφτεστε σοβαρά, κύριοι δικαστές, να εγκρίνετε ανεφάρμοστες αποφάσεις;»

  Ισως, οι δικαστές αντιλήφθηκαν τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκονταν, γιατί παρά τον αιχμηρό λόγο του, ο Κνούνγιαντζ καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης μόλις τεσσάρων μηνών.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

  Απομένουν μόνο λίγα λόγια για το ρόλο των συνηγόρων υπεράσπισης στις δίκες των μπολσεβίκων.

  Κάποιοι μπορεί να ρωτήσουν: Αφού οι μπολσεβίκοι δεν «υπεράσπιζαν» τον εαυτό τους στο δικαστήριο, τότε γιατί ήταν απαραίτητη η ύπαρξη συνηγόρου υπεράσπισης; Δεν είναι αντιφατικό;

Ωστόσο, η ύπαρξη συνηγόρου υπεράσπισης στα πολιτικά δικαστήρια ήταν πολύ χρήσιμη. Καταρχήν, μέσω του δικηγόρου, ο πολιτικός κρατούμενος, ο οποίος ήταν πολύ καιρό ξεκομμένος από την κοινωνία, μπορούσε να αποκτήσει επαφή με τον «έξω κόσμο» και με τους εκπροσώπους του κόμματός του. Οι δικηγόροι, οι συμπαθούντες του επαναστατικού κινήματος, δεν αρνούνταν να δράσουν στα πλαίσια της ιδιότητάς τους. Αυτή την επαφή διευκόλυνε το γεγονός ότι ο δικηγόρος είχε τη δυνατότητα να επισκέπτεται το φυλακισμένο στο κελί του τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της δίκης. Ενας άνθρωπος στην απομόνωση γνωρίζει τη σημασία της επαφής με τον έξω κόσμο' κρατάει ζωντανό το πνεύμα του συντρόφου ο οποίος έχει αποκοπεί από την ενεργή δράση του επαναστατικού κινήματος, του δίνει τη δυνατότητα να δουλέψει για το κίνημα μέσω αλληλογραφίας και γραπτών κειμένων. Η επαφή με τον «έξω» κόσμο ήταν συχνά ουσιαστική για το φυλακισμένο επαναστάτη ενόσω προετοιμαζόταν η απόδρασή του από τη φυλακή.

Δεύτερον, ήταν σημαντικό ο κατηγορούμενος επαναστάτης -του οποίου την τιμωρία προετοίμαζε η κυβέρνηση πίσω από κλειστές πόρτες- να έχει στο δικαστήριο έναν άνθρωπο με δικαίωμα να παρεμβαίνει στην υπόθεση, να μιλάει και να αναγκάζει το δικαστήριο να εμμείνει στους κανόνες της δικαστικής διαδικασίας, τους οποίους είχε διαμορφώσει η ίδια η κυβέρνηση, αλλά συστηματικά τους παραβίαζαν οι εκπρόσωποι του δικαστηρίου όταν δικάζονταν επαναστάτες. Πολύ συχνά, αυτοί οι κανόνες της διαδικασίας, με τους οποίους συνήθως δεν ήταν εξοικειωμένος ο επαναστάτης, τον διευκόλυναν να εκθέσει τον τσαρισμό και να προτάξει τη θέση του κόμματός του.

Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη την απουσία του κοινού στη δίκη, αφού οι πολιτικές υποθέσεις δικάζονταν κεκλεισμένων των θυρών, ο δικηγόρος υπεράσπισης λειτουργούσε ως εκπρόσωπός του, ο οποίος το ενημέρωνε για όλα όσα είχαν συμβεί κατά τη διάρκειά της. Η κυβέρνηση δεν κατάφερε να κρύψει την αλήθεια από το κοινό, δεν κατάφερε να κρατήσει κρυφά τα μυστικά της δικαστικής «αίθουσας βασανιστηρίων», όλα τα περιστατικά και τις λεπτομέρειες της υπόθεσης. Μέσω του δικηγόρου, μετατρέπονταν σε κοινό κτήμα.

Ωστόσο, ενώ ζητούσαν τις υπηρεσίες του δικηγόρου, οι μπολσεβίκοι περιόριζαν τη σφαίρα της δραστηριότητάς του.

Ο δικηγόρος έπρεπε να απασχοληθεί μόνο με τη νομική πλευρά της υπόθεσης. Δε θα εμπλεκόταν στην πολιτική υπεράσπιση του κατηγορούμενου, ή στην ανάλυση των πολιτικών απόψεων του Κόμματος των Μπολσεβίκων με στόχο να προστατεύσει τον πελάτη του και να μετριάσει την ποινή. Ο στόχος του ήταν πιο μετριοπαθής. Κατά τη διάρκεια της δίκης, έπρεπε να αποδυναμώσει νομικά τα στοιχεία, να αρνη-θεί τις αποδείξεις των αστυνομικών αξιωματούχων και των μυστικών αστυνομικών, να αποκαλύψει πόσο ασθενές ήταν το αποδεικτικό υλικό. Στην αγόρευση για την υπεράσπιση του πελάτη του, καλούνταν να αξιολογήσει την υπόθεση από νομικής άποψης, να την εκθέσει επί νομικής βάσης. Φυσικά, έπρεπε να θέσει επί τάπητος όλα τα νομικά επιχειρήματα που μπορούσε να χειριστεί, ώστε να κατάφερνε να εξασφαλίσει την αθώωση, ή τουλάχιστο μια μικρή ποινή για τον πελάτη του.

Σχετικά με την πολιτική πλευρά της υπόθεσης, ο πελάτης επέτρεπε στο δικηγόρο να σκιαγραφεί στην αγόρευσή του την πολιτική κατάσταση της χώρας, με φόντο το σκηνικό στο οποίο εξελίσσεται η υπόθεση, αλλά επ’ ουδενί να θίξει την οπτική του Κόμματος των Μπολσεβίκων. Ο μπολσεβίκος δεν μπορούσε να εμπιστευτεί ένα δικηγόρο εξωκομματικό, ή μέλος άλλου κόμματος, επιφορτίζοντάς τον να μιλήσει στο όνομα του Κόμματος. Αυτό το φορτίο το επωμιζόταν ο κατηγορούμενος μπολσεβίκος.

Ο βαθμός στον οποίον οι μπολσεβίκοι περιορίζουν το ρόλο του συνηγόρου υπεράσπισης περιγράφεται εντυπωσιακά στην ακόλουθη επιστολή του Λένιν προς τη συντρόφισ-σα Στάσοβα και τους συλληφθέντες μπολσεβίκους της Μόσχας, σε απάντηση της ερώτησής τους ως προς τη γραμμή που έπρεπε να ακολουθήσουν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και της δίκης.

1. Πουγκάτσεφ: ηγέτης των αγροτικών εξεγέρσεων στην περιοχή του Βόλγα, κατά την περίοδο 1773-1775.


Από το Σολομών Ισάγιεβιτς Τσερνομόρντικ «Οι δίκες των Μπολσεβίκων» εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου