Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Κατακτήσεις της ανθρωπότητας


 Η Ελλάδα του 2012 είναι μια χώρα τεράστιων αδιεξόδων χωρίς φως στο τούνελ, με 21% ανεργία (και με προβλέψεις στο 24% για το τέλος της χρονιάς), με βασικό μισθό πείνας και ακόμα χειρότερο επίδομα ανεργίας. Είναι μια χώρα όπου (όπως και στον υπόλοιπο ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο) σε αυτήν κυριαρχεί ο ακραίος “αγώνας εναντίον όλων”, η ακραία απομόνωση, η έλλειψη ελπίδας κλπ. κλπ. Ούτε όμως η διέξοδος από την κρίση εντός του ίδιου συστήματος (σε καμιά 20ρια χρόνια, μην φαντάζεται κανείς ότι “όπου νάνε έρχεται”) φαντάζει ελκυστική. Κάπου έγραφε ο Jeremy Rifkin ότι στο παρελθόν θεωρούνταν ότι έχεις πρόβλημα αν είχες πάνω από 3% ανεργία και πιο μετά 4%, 5%, 6%. Στην σύγχρονη κοινωνία όμως θεωρείται πρόβλημα αν έχεις ανεργία κάτω από 10%. Η σύγχρονη κοινωνία της μερικής απασχόλησης (όπου είναι ένα ερώτημα πόσο διαφέρει αυτή από την ανεργία), της υπερεξειδίκευσης, της σταδιακής κατάργησης της σύνταξης και πολλών πολλών άλλων δεν είναι επιθυμητή. Πόσο μάλλον που αυτή η κοινωνία λόγο ακριβώς του ανταγωνισμού του οδηγεί σε ακόμα χειρότερες καταστάσεις, όπως τον ερχόμενο πόλεμο στην Συρία φέτος, στο ΙΡΑΝ το 2013 και λόγο του ανταγωνισμού των δύο κυρίαρχων πόλων (Αμερική-Ιαπωνία και BRICKS) σε καμιά δεκαετία ίσως παγκόσμιο πόλεμο. Είναι αυτό το τέλος; Δεν έχουμε καμία προοπτική; 

  “Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει” λέει μια σοφή φράση. Ας εμπνευστούμε λοιπόν, από το παρελθόν για το παρόν και το μέλλον. Από ποιό παρελθόν όμως; Από το παρελθόν αυτό που αποτέλεσε το ποιό εξελιγμένο παράδειγμα. Από αυτό όπου οι κατακτήσεις του μπορούν και πρέπει να ξαναγίνουν φάρος της ανθρωπότητας. 
  Ας δούμε μερικές κατακτήσεις από μια χώρα με αχανείς εκτάσεις, που κάλυπτε το 1/6 της στερεάς γης.
  Όταν κάποιος τελειώσει τις σπουδές, μαζί με το δίπλωμα παίρνει και το διορισμό του. Η δουλειά του τον περιμένει απ' την άλλη μέρα κιόλας. (σελ 8)

  Χωρίς να το πολυσκεφτούμε, μπαίνουμε μέσα και πράγματι ήταν ένα μεγάλο μαγειρείο με πολύ κόσμο που έτρωγε αυτή την ώρα. Ευκαιρία για μας να πάρουμε και την πρώτη μας γεύση απ' τη ρωσική κουζίνα. Βλέπαμε τους άλλους που κρεμού-σανε πρώτα τα παλτά τους, πλένανε τα χέρια και ύστερα παίρ-νανε το δίσκο και περιμένανε στη σειρά να πάρουν το φαγητό τους. Μπήκαμε και μεις στη σειρά και περιμέναμε χαζεύοντας τους άλλους γύρω. Μας έκανε εντύπωση που βλέπαμε τους άλλους να γεμίζουν τα πιάτα με τα κρέατα και πολλοί να βάζουν δίπλα και από ένα κομμάτι κόκκινο ψάρι. Χώρια οι σούπες και τα σαλατικά. Αμέριμνοι γεμίζανε τα πιάτα τους χωρίς να νοιάζονται για το πορτοφόλι τους. Μας φάνηκε περίεργο, σαν να 'ταν τσάμπα όλα. Όλοι ήταν καλοντυμένοι. Ιδιαίτερα οι γυναίκες, στολισμένες με χρυσά περιδέραια και πανάκριβα δαχτυλίδια. (σελ 58)

  -Παράπονα; Φυσικά και έχω τα παράπονά μου. Να, εγώ για παράδειγμα, οικονομικά τώρα βολεύομαι. Δε σ' αφήνουν όμως εδώ ν' αγιάσεις. Όλοι σου λέει πρέπει να δουλεύουν κάπου. Αλλιώς έρχονται και σε ρωτούν γιατί δε δουλεύεις. Τους λέω «είμαι άρρωστος». Ζητούν ιατρική βεβαίωση. Ή λες «δε μ' αρέσει το εργοστάσιο». Τότε πήγαινε στις οικοδομές. Δε σ' αρέσουν ούτε οι οικοδομές; Τότε πιο ελαφριά δουλειά είναι οδοκαθαριστής. Θα σκουπίζεις κάποιο δρόμο τρεις ώρες την ημέρα. Θα ξυπνάς από τις νύχτες, έτσι που όταν αρχίσει η κυκλοφορία, εσύ να έχεις τελειώσει. Αφού είσαι μπουμπούνας και δε θέλεις να μάθεις γράμματα, τι να σου κάνουμε εμείς; Μόνο δεν μπορείς να κάθεσαι και να ζεις σε βάρος των άλλων.  (σελ 65)
  Μα εσάς εδώ δε σας νοιάζει τι θα γίνει αύριο, που μπορείτε ξαφνικά να μείνετε άνεργοι. Ούτε και έχετε την αγωνία να ξεπληρώσετε κάποιο χρέος, που αν δεν το κάνετε έγκαιρα θ' αρχίσουν να ανεβαίνουν οι τόκοι και μπορεί να σας το κατασχέσουν στο τέλος. (σελ 95)

  Από την άλλη μέρα κιόλας μπήκα στους ρυθμούς της Τασκένδης και άνετα πια κυκλοφορούσα στους δρόμους. Από τη λέσχη περνούσα συχνά, γιατί εκτός που περίμενα να 'χω κάτι νεότερο για το ζήτημά μου, απέκτησα καινούργιες γνωριμίες όχι μόνο με Έλληνες αλλά και με ντόπιους. Μου έκανε πολύ εντύπωση και το πρόσεξα ιδιαίτερα, πως οι άνθρωποι εδώ γίνονται αμέσως φίλοι και σου ανοίγουν την καρδιά τους χωρίς να νοιάζονται ποιος είσαι και από πού κρατάει η σκούφια σου. Διαφορετικές οι ανθρώπινες σχέσεις και διαφορετικός ο τρό πος σκέψης. Και βλέπεις σε μια παρέα που τρώνε και πίνουν μαζί να είναι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους και με τόσο διαφορετικά επαγγέλματα! Εκεί που ο ένας είναι γιατρός, δίπλα του κάθεται ο οικοδόμος, παράμερα κάποιος στρατιωτικός να πίνει και να κουβεντιάζει με έναν εργάτη τορναδόρο! (σελ 131 – 132)

  Απ' την άλλη μέρα κιόλας άρχισε ένας αγώνας αγωνίας για μένα, να μη με διώξουν και να μου εγκρίνουν την παραμονή.  Στο ειδικό τμήμα για τους ξένους του Υπουργείου Εσωτερικών  συγκεντρώθηκαν κάπου είκοσι άτομα και απαιτούσαν να μου  δοθεί μόνιμη παραμονή σαν κυνηγημένος απ' τη χούντα. Δεν το περίμενα αυτό και με συγκίνησε η συμπαράσταση και η κατανόηση που δείξανε απέναντι μου αυτοί οι άνθρωποι χωρίς να με γνωρίζουν και που με έβλεπαν για πρώτη φορά ανάμεσά  τους. (σελ 140)

  Κοντεύω δύο χρόνια που βρίσκομαι στην ΕΣΣΔ και ακόμα δεν μπόρεσα να εξηγήσω αυτή τη νοοτροπία του σοβιετικού πολίτη να αδιαφορεί τι θα γίνει αύριο και όλα τα λεφτά του να τα ξοδεύει στα φαγοπότια με τους φίλους του χωρίς καμιά αποταμίευση! Μα τουλάχιστον, έλεγα του Φώντα, πρέπει ο άνθρωπος να 'χει κάποια λεφτά στην άκρη για να κάνει κάποιες καλές διακοπές, να πάει στη θάλασσα ή όπου αλλού του αρέσει.
- Εσύ πάλι το βιολί σου, μου έβαλε τις φωνές ο Φώντας. Πότε επιτέλους θα ξεχωρίσεις αυτά τα δυο αταίριαστα πράματα. Άλλο σοσιαλιστική κοινωνία και άλλο καπιταλιστική. Μα εδώ ο εργάτης εκεί που δουλεύει είναι εξασφαλισμένος. Υπάρχουν τα σπίτια ανάπαυσης. Σου δίνει το συνδικάτο εκεί που δουλεύεις μια πουτιόφκα, δηλαδή το φύλλο πορείας, για να σε δεχτούν στα σανατόρια δωρεάν. Θέλεις θάλασσα, θέλεις δάση. Κατά-λαβέ το επιτέλους εδώ όλα λειτουργούν για να 'χει ο λαός τις ανέσεις του. Είχαμε πάει ένα καλοκαίρι με τον Κόκκινο στο Ισι-ντουκί του Καυκάσου. Κάπου ένα μήνα, όλο δάση και ποτάμια γύρω. Φαγητό, χορό τα βράδια και γλέντια. Ξοδέψαμε και κάποια λεφτά. Μηδαμινά όμως. Εάν θέλεις να αποταμιεύεις τα λεφτά σου μπορείς. Θα σε φάει όμως η μιζέρια και η κακομοιριά. Όπως τον Τάκη. (σελ 257)

  Το απογευματάκι περπατούσαμε με δύο συμφοιτητές μου κοντά σ' ένα παζαράκι, όταν πήρε το μάτι μας κάποια φασαρία δίπλα σ' ένα βαρέλι που έπινε ο κόσμος την μπίρα του. Δυο απ' τους θαμώνες της υπαίθριας μπιραρίας, φωνασκούσαν σαν να βρίζονταν μεταξύ τους, επεμβαίνει γρήγορα ένας αστυνομικός και προσπάθησε να επιβάλει την τάξη. Όπως τραβούσε απ' τον αγκώνα του έναν απ' τους δυο πιωμένους, δεν τα κατάφερνε, γιατί ο κατηγορούμενος ήταν ένας άντρας που κόντευε τα δυο μέτρα!
  Μάταια αγωνιζόταν ο αδυνατούλης ο αστυνομικός να ξεκολλήσει απ' τη θέση του τον ένοχο για να τον πάει προφανώς στο αστυνομικό τμήμα. Κάποια στιγμή, αγρίεψε ο πιωμένος άντρας, έδωσε με δύναμη μια σπρωξιά με τον αγκώνα και το δυστυχισμένο όργανο της τάξης σωριάστηκε σε κάτι σανίδια! Σηκώθηκε όμως γρήγορα και άρχισε τώρα να σφυρίζει καλώντας την αστυνομία να συλλάβουν τους ενόχους! Μέσα σε κείνη τη φασαρία, οι μεθυσμένοι το 'βαλαν στα πόδια! Ο κόσμος διασκέδαζε με το θέαμα αυτό!

-              Εδώ βρε βλάκα, μην πας από κει. Να, χώσου εκεί μέσα σ' εκείνη την πόρτα! Επενέβη τώρα ο φίλος μου ο Γκένα και έδειξε στον πιωμένο άντρα πού να κρυφτεί. Εγώ τα 'βλεπα όλα αυτά, χάζευα και δεν ήξερα τι μου γίνεται!...

-              Μα αυτό που έγινε τώρα θεωρείται αντίσταση κατά της αρχής, είπα στους φίλους μου όταν απομακρυνθήκαμε. Αυτό στην Ελλάδα, τους είπα, πάει δικαστήριο και κάμποσα χρόνια φυλακή. Τι γίνεται εδώ μ' εσάς;

-              Μα δεν έκανε τίποτα ο άνθρωπος, απλώς κουβέντιαζε με το φίλο του, ήπιαν λίγο παραπάνω και λέγανε τα δικά τους. Και ποιος δε βρίζει όταν πίνει; Και πρέπει γι' αυτό να τους κλείσουν μέσα; Είναι κρίμα γιατί αν τον πήγαινε στο τμήμα θα τον κλείναν στο κρατητήριο για κάνα δυο εικοσιτετράωρα.

  Απορούσα με αυτά που μου έλεγαν οι φίλοι μου. Δεν είχα τί-, ποτα να προσθέσω. Σταμάτησε εδώ την κουβέντα. Και που είναι τα τόσο σκληρά μέτρα που διατυμπανίζονται απ' την αντι-σοβιετική προπαγάνδα πως στη Σοβιετική Ένωση, όποιος πει κουβέντα ενάντια στην εξουσία τον εξαφανίζουν; (σελ 282-283)

  Η Τασκένδη είχε τεράστια εργοστασιακά συγκροτήματα με δεκάδες χιλιάδες εργάτες. Το υφαντουργικό σύμπλεγμα μόνο ξεπερνούσε τους τριάντα χιλιάδες. Υπήρχαν τα εργοστάσια βαμβακοσυλλεκτικών μηχανών που απασχολούσαν πάνω από δύο χιλιάδες εργάτες. Τεράστια ήταν και τα εργοστάσια παραγωγής επιβατικών αεροσκαφών και άλλα που παρήγαγαν διάφορα είδη βαριάς βιομηχανίας. Όλα αυτά ήταν αυτάρκη, άριστα οργανωμένα, αυτοδύναμα, με εκατοντάδες ειδικούς επιστήμονες διαφόρων κλάδων. Τα εργοστάσια αυτά διατηρούσαν επαγγελματικές σχολές, παιδικά ιδρύματα, νοσοκομεία πρώτων βοηθειών, καλλιτεχνικά και αθλητικά συγκροτήματα.

  Ένα απ' αυτά επισκέφτηκα ένα βροχερό απογευματάκι, έδειξα μια κάρτα δημοσιογράφου που είχα εφοδιαστεί απ' την εφημερίδα και πέρασα στην κεντρική είσοδο. Τεράστιος χώρος και στο βάθος δεξιά η είσοδος ενός εργοστασιακού συγκροτήματος που ούτε μπόρεσα να προσδιορίσω από πού άρχιζε και πού τελείωνε. Με πλησίασε ένας ευγενικός άντρας με τη φόρμα της δουλειάς και με πήγε σ' ένα ευρύ γραφείο να κουβεντιάσουμε. Ο ίδιος ήταν, όπως μου είπε μηχανολόγος σχεδιαστής και είχε αρκετούς Έλληνες υπό την επίβλεψή του. Εκφράστηκε γι' αυτούς με τα καλύτερα λόγια. Πολλών οι φωτογραφίες ήταν αναρτημένες στον πίνακα της τιμής, που σημαίνει πως εκπλήρωναν το πλάνο τους πριν την προθεσμία.

  • Και τι γίνεται μ' αυτούς τους πρωτοπόρους εργάτες; τον διέκοψα για να ρωτήσω κάτι που με ενδιέφερε περισσότερο. Γι' αυτούς που είναι καλύτεροι και στην ποιότητα και στην ποσότητα και τι το ιδιαίτερο προσφέρει το εργοστάσιο σ' αυτούς;
-              Αυτοί οι εργάτες, μου εξήγησε, εκτός που είναι βραβευμένοι και είναι συνέχεια στον Πίνακα της Τιμής, έχουν επιπλέον οικονομικές αμοιβές και πολλοί απ' αυτούς αναπαύονται τα καλοκαίρια στα καλύτερα σανατόρια της Μαύρης θάλασσας.

  Οι μισθοί ήταν αυτοί που ήξερα απ' τις αφηγήσεις πολλών / γνωστών μου. Ξεκινούσαν από τα εκατόν πενήντα ρούβλια και φτάναν διακόσια και διακόσια πενήντα. Ανάλογα με τα χρόνια και την προϋπηρεσία. Επάνω στην κουβέντα που κάναμε, αφού κράτησα τα απαραίτητα στοιχεία για κάποιους Έλληνες που ζήτησα, με ρώτησε στο τέλος ποιος είμαι και τι πανεπιστήμιο έχω τελειώσει. Όταν του είπα ότι είμαι πρωτοετής στο θεατρι- / κό Ινστιτούτο, με σταμάτησε με ιδιαίτερη χαρά.

-              Καλά που μου το 'πες. Ευκαιρία να δεις σήμερα τον οίκο του πολιτισμού που έχει το εργοστάσιο μας. Εκεί θα καταλάβεις πολύ περισσότερα πράματα μια και είσαι γνώστης στον πολιτιστικό χώρο.

-              Δεν το πολυκαταλαβαίνω, του είπα. Οι εργάτες που δουλεύουν στον τόρνο και άλλοι που λιώνουν το ατσάλι στα χυτήρια, τι κάνουν αυτοί στον οίκο πολιτισμού; Εξήγησέ μου, σε παρακαλώ, του είπα. Τι οίκος είναι αυτός;

-              Δε θα σου πω τώρα τίποτα, μου είπε χαμογελώντας. Θα σου βάλλω να πιεις ένα τσάι και σε μισή ώρα που τελειώνει κάποια βάρδια αρχίζουν και λειτουργούν οι καλλιτεχνικοί όμιλοι του εργοστάσιου. Ήταν ευκαιρία να δω από κοντά, εκτός απ' τη δουλειά τους στο εργοστάσιο, τι άλλη κλίση και ποια άλλη αγάπη μπορεί να έχει ένας εργάτης της βαριάς βιομηχανίας εκτός από το να πάει πιο γρήγορα στο σπίτι του να δει λίγη τηλεόραση και να κοιμηθεί; Να τα παράξενα και ανεξήγητα Via κάποιον που γνωρίζεται για πρώτη φορά με τα φαινόμενα άυ-τά της σοβιετικής πραγματικότητας!

  Δεν πέρασε ένα εικοσάλεπτο, με πήρε ο ευγενικός συνομιλητής μου και με πήγε έξω, δίπλα απ' το εργοστάσιο, σ' ένα πανέμορφο κτήριο με κολόνες. Ένα παλάτι του πολιτισμού! Με γνώρισε με τη διευθύντρια αυτού του οίκου, που καθοδηγούσε τα τμήματα όλων των καλλιτεχνικών ομίλων. Μεγάλες ευρύχωρες αίθουσες με ωραίους φωτιστικούς πολυέλαιους που σε θάμπωναν με το αισθητικό τους γούστο και σε ταξίδευαν σε έναν άλλο κόσμο! Απ' το βάθος ακούγονταν κάποιο πιάνο και κάποια μελωδική φωνή τενόρου που σιγοτραγουδούσε! Υπήρχαν αίθουσες χορού, θεάτρου, ζωγραφικής, μουσικής, ιδιαίτερος χώρος για σκάκι. Τα 'βλεπα όλα αυτά γεμάτος περιέργεια και ακόμα δεν μπορούσα να συλλάβω το βαθύτερο νόημα και το σκοπό τους.

-              Αυτός ο χώρος είναι ιδιαίτερα αγαπητός στους εργαζόμενους μου εξήγησε η διευθύντρια όταν περπατήσαμε στο μεγάλο διάδρομο στρωμένο μ' ένα μεγάλο πολύχρωμο χαλί. Εδώ περνούν ευχάριστα τις ώρες τους και επιδίδονται ο καθένας ανάλογα με την κλίση που έχει ο καθένας. Έρχονται και τους κάνουν μαθήματα πεπειραμένοι δάσκαλοι σε όλους τους κλάδους. Έχουμε και περιπτώσεις που μέσα απ' τους ομίλους αυτούς, ξεπετάχτηκαν τέτοια ταλέντα, απ' τους εργάτες, που αμέσως το εργοστάσιο τους έστειλε να σπουδάσουν σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Μέσα στους χιλιάδες αυτούς εργάτες ούτε μπορείτε να φανταστείτε τι ταλέντα κρύβουν αυτοί οι άνθρωποι! Υπάρχει ένας πολύ νέος στην ηλικία, οξυγονοκολλητής που όταν τον ακούσεις να παίζει βιολί μένεις με το στόμα ανοιχτό ! Τον φώναξαν στη διεύθυνση και του πρότειναν αν θέλει να τον στείλουν στο ωδείο. Για την ώρα δε μου χρειάζεται τους είπε, αφού υπάρχει ο οίκος του πολιτισμού μου φτάνει. Αργότερα ίσως να πάω. (σελ 276-278)

  Όταν μπήκαμε στο σπίτι της Βέρα, φιλενάδα της Βάριενκα, όλοι ήταν στρωμένοι στο τραπέζι, καμιά δεκαπενταριά άτομα, και μόνο εμάς περίμεναν. Όλα ήταν πανέμορφα. Το τραπέζι ήταν φίσκα από τα φαγητά, τα ποτά και τους μεζέδες. Μου έκανε εντύπωση, γιατί δε θυμάμαι, κανένα σπίτι, καμιά γιορτή που ετοιμάζουν αυτοί οι άνθρωποι, που να θύμιζε κάποια φτώχεια. Βέβαια ήξερα πως οι σοβιετικοί άνθρωποι ό,τι είχαν τα βάζαν πάνω στο τραπέζι. Δεν τους ένοιαζε καθόλου τι θα γίνει το αύριο. Θα περάσουν χρόνια ώσπου να αφομοιώσω αυτή τη δυ-σκολονόητη σοβιετική πραγματικότητα. Πέταξε φευγαλέα για λίγο ο νους μου στην καταραμένη σοφίτα της Φρανκφούρτης όταν μαζευόμαστε τα βράδια κάποιες παρέες να γιορτάσουμε και μεις κάποια μικρή γιορτή. Πώς να συγκρίνω όμως εκείνα τα τραπέζια μ' αυτά εδώ των σοβιετικών που νομίζαμε ότι πεινάνε; Και εκεί είχα φίλους ευκατάστατους που είχαν μαγαζιά και εμπορεύονταν. Έπρεπε να κάνουν όμως σκληρή οικονομία για να αποταμιεύουν κάποια λεφτά γιατί το αύριο ήταν άγνωστο.

-              Πρόποση, θέλουμε ο Έλληνας να κάνει πρόποση, άρχισαν ρλοι να φωνάζουν τριγύρω μου.

Πήρα το ποτήρι με τη βότκα και σηκώθηκα.

-              Και βεβαίως θα πιω αυτό το ποτήρι για την υγεία της Βέρα, που είναι η καλύτερη φίλη της Βάριενκά μου. Πίνω όμως και για τη δική σας την υγεία φίλοι μου, που γνωριζόμαστε απόψε σ' αυτή την πανέμορφη βραδιά με αυτό το πλούσιο τραπέζι που μας ετοίμασε η φίλη μας η Βέρα. Να είστε πάντα ωραίοι και ανοιχτόκαρδοι και ποτέ να μη σας λείπει το χαμόγελο. Όπως τώρα, αυτή τη στιγμή που βλεπόμαστε στα μάτια. Όταν μετά από λίγο έπαιξε η μουσική και χορεύαμε με τη Βάριενκα, μου ψιθύρισε κάποια στιγμή.

-              Γιατί το είπες αυτό πως η Βέρα μας ετοίμασε πλούσιο τραπέζι; Θα νομίσει ότι την κοροϊδεύεις. Όταν της είπα ότι θα 'ρθω στα γενέθλιά της με το φίλο μου τον Έλληνα, ξέρεις τι γύρισε και μου είπε; Ελάτε, μόνο μην ντροπιαστούμε στα μάτια του γιατί αυτός είναι Ευρωπαίος και αυτοί εκεί να ξέρεις είναι μαθημένοι στα πλούτη. (σελ 304-305)

  Η αγάπη και η φιλία που δημιουργούνται σ' ένα τέτοιο ζεστό περιβάλλον δεν ξεχνιούνται σ' όλη τη μετέπειτα ζωή.( Σελ 425)
(Από το βιβλίο του Μπάμπη Ιωάννου “ΕΣΣΔ - Με το χέρι στην καρδιά - 1968-1993” εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ 2011)
Σε ρωτάω λοιπόν αγαπητέ αναγνώστη, δεν αξίζει πραγματικά να δώσεις ολόκληρη τη ψυχή σου για να αγωνιστής για αυτά;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου